Ανακοινώσεις - Δελτία Τύπου

Δελτίο τύπου για την ημερίδα: «Κρίση χρέους στην Ελλάδα και την Eυρωζώνη: Υπάρχει διέξοδος;»

Την Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου το Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ διοργάνωσε ημερίδα με θέμα: «Κρίση χρέους στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη: Υπάρχει διέξοδος;». Ομιλητές στην ημερίδα ήταν ο Γεώργιος Αργείτης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), ο Δημήτρης Παπαδημητρίου (Levy Economics Institute of Bard College), ο Jan Kregel (Levy Economics Institute of Bard College και Tallin University of Technology) και ο Eckhard Hein (Berlin School of Economics and Law). Την ημερίδα προλόγισε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος αναγέρθηκε στις θέσεις του συνδικαλιστικού κινήματος για την κρίση. Το συντονισμό της ημερίδας είχε ο δημοσιογράφος Παύλος Τσίμας.

Ο Γιώργος Αργείτης εξέτασε αρχικά στην εισήγησή του τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας, υποστηρίζοντας ότι αυτή εξαρτάται από την ικανότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων που δημιουργεί η συσσώρευση χρέους. Επισήμανε ότι η ικανότητα αποπληρωμής εξαρτάται από παράγοντες όπως η θεσμική οργάνωση του δημόσιου τομέα, το επιτόκιο δανεισμού, η διάρθρωση του χρέους, η άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και η επιχειρηματική κουλτούρα. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση δανειακών υποχρεώσεων και οικονομικών δυνατοτήτων επισήμανε ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν ήταν βιώσιμο.

Ωστόσο, τόνισε ότι η εκτίμηση αυτή οφείλει να ερμηνεύσει το γιατί η ασκούμενη οικονομική πολιτική στην Ελλάδα μέχρι και στις 21 Ιουλίου, 2011, βάσει του Μνημονίου Ι και του Μεσοπρόθεσμου, υποστήριζε τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και την άσκηση οικονομικής πολιτικής δημοσιονομικής προσαρμογής. Η απάντηση κατά τον ίδιο βρίσκεται στην ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της ασκούμενης πολιτικής. Συγκεκριμένα, ο κ. Αργείτης εξέφρασε την άποψη ότι η προαναφερθείσα επιλογή προστατεύει τα συμφέροντα του τραπεζικού συστήματος, είναι επηρεασμένη από τις πιο συντηρητικές οικονομικές ιδέες για το ρόλο του δημοσιονομικού ελλείμματος στο οικονομικό σύστημα και δείχνει τυφλή πίστη στις νεοφιλελεύθερες κοινωνικές αξίες.

Επίσης, ο κ. Αργείτης υποστήριξε ότι η συνέχιση της ίδιας οικονομικής πολιτικής δεν διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους ούτε μετά τη Συμφωνία της 26ης/27ης Οκτωβρίου. Κατά τον ίδιο η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ήταν αναγκαία, θα έπρεπε να είχε γίνει στην αρχή της εκδήλωσης της κρίσης χρέους και σε μεγαλύτερο ποσοστό. Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η πορεία της χώρας στο εξής θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη, την προοπτική μεταβολής του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και την εφαρμογή εργαλείων πολιτικής σε εθνικό επίπεδο τα οποία μειώνουν το έλλειμμα και ταυτόχρονα αυξάνουν το ΑΕΠ, όπως αυτό του «εργοδότη της εσχάτης προσφυγής».

Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου επισήμανε ότι το μήνυμα το οποίο εστάλει με το νέο πακέτο διάσωσης για την Ελλάδα και την προτεινόμενη επέκταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) ήταν ότι η Ευρωζώνη μπορεί να διατηρηθεί αλώβητη με έναν συνδυασμό πακέτων διάσωσης και δημοσιονομικής πειθαρχίας που θα απομονώσουν τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος και θα κρατήσουν αλώβητες οικονομικά τις υπόλοιπες χώρες. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι αυτός ο ισχυρισμός έχει φανεί ότι βρίσκεται στη σφαίρα της φαντασίας.

Ο κ. Παπαδημητρίου υπογράμμισε ότι ακόμα και αν υποθέσουμε ότι μέσα από την αναδιάρθρωση και το κούρεμα του χρέους οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα καταφέρουν να θέσουν υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα, αυτό δεν θα είναι κάποιο σημαντικό επίτευγμα: είναι ευρέως γνωστό ότι το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής θα είναι τα πολύ υψηλά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας. Εξέφρασε την άποψη ότι τα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας θα συνεχίσουν να είναι αναποτελεσματικά αφού η αύξηση των φόρων και η περικοπή δαπανών εν μέσω ύφεσης είναι μία καταστροφική συνταγή, δεδομένου ότι όχι μόνο οδηγεί σε περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ, αλλά συγχρόνως μειώνει και τα φορολογικά έσοδα, ωθώντας μεταξύ άλλων τους πολίτες στη φοροδιαφυγή και την παραοικονομία.

Ο κ. Παπαδημητρίου υπογράμμισε ότι η αιτία της σημερινής κρίσης δεν είναι οι υπερβολικές δημοσιονομικές δαπάνες ορισμένων χωρών, αλλά η ίδια αρχιτεκτονική της ΟΝΕ. Εξέφρασε την άποψη ότι υπάρχει υψηλή πιθανότητα να εκδηλωθεί μια νέα παγκόσμια οικονομική κατάρρευση (μετά από αυτήν του 2008) λόγω των εξελίξεων στην Ευρωζώνη και σκιαγράφησε διάφορα εναλλακτικά σενάρια και προτάσεις.

Ο Jan Kregel υπογράμμισε και αυτός τη συστημική φύση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Στην παρουσίασή του τόνισε ότι η Ευρωζώνη στηρίχθηκε πάνω σε σαθρά θεμέλια. Ο κ. Kregel εξήγησε ότι όλο το οικοδόμημα του ευρώ βασίστηκε στη λογική της σύγκλισης όσον αφορά τη νομισματική πολιτική, τα επιτόκια, τον πληθωρισμό, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Ωστόσο, η αναγκαία οικονομική σύγκλιση θεωρήθηκε ότι θα ήταν εφικτή μέσω της ελεύθερης μετακίνησης των συντελεστών παραγωγής (εργασία και κεφάλαιο). Κάτι τέτοιο αποδείχθηκε ότι δεν ίσχυσε στην πράξη αφού η επιθυμητή σύγκλιση των οικονομιών όσον αφορά την παραγωγικότητα, το κόστος εργασίας και τις αποδόσεις του κεφαλαίου δεν επετεύχθη. Ως αποτέλεσμα, υπήρξε αύξηση του δανεισμού εντός της Ευρωζώνης προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι ανισορροπίες στα ισοζύγια. Παράλληλα, υπήρξε όλα τα προηγούμενα χρόνια σημαντική υποεκτίμηση του κινδύνου αθέτησης πληρωμών για τις χώρες που είχαν υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, και δεν έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες για τη μείωση του συγκεκριμένου κινδύνου.

Κατά τον κ. Kregel το δημοσιονομικό έλλειμμα στην Ελλάδα μπορεί να μειωθεί μόνο αν τα κράτη που δανείζουν την Ελλάδα είναι διατεθειμένα να αγοράσουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παράγονται στη χώρα μας. Με αυτό τον τρόπο θα βελτιωθεί το εμπορικό ισοζύγιο στην Ελλάδα, κάτι που είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη συρρίκνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Σε επίπεδο Ευρωζώνης τόνισε ότι για να υπάρξει λύση είναι απαραίτητος ο συντονισμός των δημοσιονομικών πολιτικών και των πολιτικών που αφορούν τους μισθούς, τις επενδύσεις και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα εφικτό στον άμεσο χρονικό ορίζοντα.

Ο Eckhard Hein τόνισε στην ομιλία του ότι η τρέχουσα χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση στην Ευρωζώνη έχει φέρει στην επιφάνεια μια σειρά αδυναμιών του υπάρχοντος πλαισίου άσκησης της οικονομικής πολιτικής. Αφού επισήμανε ότι οι ανισορροπίες στα ισοζύγια οι οποίες αναπτύχθηκαν μετά την δημιουργία του ευρώ είναι μη βιώσιμες, υπογράμμισε ότι η Ευρωζώνη πάσχει από την έλλειψη κατάλληλων θεσμών και πολιτικών για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ο κ. Hein εξέφρασε την άποψη ότι οι πολιτικές που προωθούνται από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε συνεργασία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν είναι ικανές να επιτύχουν την επιθυμητή ανάκαμψη. Παρόλο που πρόσφατα έγιναν κάποιες κινήσεις για το μεγαλύτερο έλεγχο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ο ίδιος υπογράμμισε ότι η εφαρμογή πολιτικών δημοσιονομικής συρρίκνωσης και μείωσης των μισθών δεν θα επιτρέψει τη σταθεροποίηση ή και τη μείωση του δημόσιου χρέους στις χώρες της Ευρωζώνης.

Επιπρόσθετα, ο κ. Hein ανέπτυξε την άποψη ότι η ασκούμενη πολιτική στην Ευρωζώνη οδηγεί σε αρκετά δυσμενείς εξελίξεις στις χώρες με ελλείμματα, χωρίς αυτό να είναι παράλληλα προς όφελος των πλεονασματικών χωρών. Υπογράμμισε ότι η στρατηγική που ακολουθείται θα οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή, καθώς οι πλεονασματικές χώρες θα χάσουν σημαντικό κομμάτι των εξαγωγών που έκαναν στις χώρες του Νότου, ενώ οι ελλειμματικές χώρες θα εισέλθουν σε βαθιά ύφεση. Εξέφρασε την άποψη ότι στην Ευρωζώνη οι προσαρμογές που χρειάζονται πρέπει να γίνουν συμμετρικά και με την αναγκαία υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κατά τον ίδιο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να ακολουθήσει μία πολιτική χαμηλών επιτοκίων και να έχει τη δικαιοδοσία να αγοράζει ομόλογα από την πρωτογενή αγορά, έτσι ώστε να επιτόκια δανεισμού των κρατών να διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα. Επίσης, χρειάζεται κατά τον ίδιο οι πλεονασματικές χώρες να ασκήσουν επεκτατική δημοσιονομική πολιτική καθώς και πολιτικές αύξησης των μισθών έτσι ώστε να ενισχυθεί η εγχώρια ζήτηση. Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε τις ελλειμματικές χώρες να μειώσουν τα εμπορικά και δημοσιονομικά τους ελλείμματα χωρίς να χρειαστεί να εισέλθουν σε μακροχρόνια ύφεση. Τέλος, τόνισε την ανάγκη να θεσμοθετηθεί εντός της Ευρωζώνης ένας μηχανισμός μεταφοράς πόρων κυρίως προς τις χώρες του Νότου προκειμένου να ενισχυθεί η παραγωγική βάση των συγκεκριμένων οικονομιών.

Δείτε το δελτίου τύπου σε μορφή pdf εδώ